
Παράσταση που σπάει ταμεία στη μικρή μας πόλη με την κυρία Viktor Lazlo που με πολύ σεβασμό, αγάπη και πολλή τέχνη αναπαράγει ερμηνείες της μεγάλης κυρίας της τζαζ, της Billie Holiday.
Καταρχήν να πω δυο λόγια για την ίδια τη θεατρική ομάδα, γιατί αυτή με εντυπωσίασε. Διαβάζω στο ίντερνετ ότι πρόκειται για τη σημαντικότερη θεατρική ομάδα της Ολλανδίας και το θέατρό τους βρίσκεται στο κέντρο του Άμστερνταμ. Διευθυντής από το 2001 είναι ο Ivo Van Hove ενώ το θέατρο υπάρχει από το 1987 και υποστηρίζεται από το Υπουργείο Πολιτισμού και την πόλη του 'Αμστερνταμ. Αρχή του θεάτρου είναι ότι παράδοση και νεωτερισμός συμβαδίζουν, κάτι που το καταλάβαμε καλά μέσω της παράστασης του Φιλάργυρου του Μολιέρου. 'Ηδη, με το που μπήκαμε στην αίθουσα "φτιαχτήκαμε" με το ανοιχτό μοντέρνο σκηνικό που υποδεχόταν τους θεατές. Οι ηθοποιοί της πρώτης σκηνής ήταν ήδη εκεί. Καταλάβαμε αμέσως ότι δεν θα δούμε κάτι κλασικό, δηλαδή χιλιοειδωμένο. Τι χαρά! Και πράγματι γιατί να μην σηκώνει μια σύγχρονη ανάγνωση ένα διαχρονικό θέμα, όπως ένας πατέρας καταπιεστικός που με το χαρακτήρα του καταστρέφει την οικογένειά του και να πρέπει να παρουσιάζεται με κοστούμια της εποχής του Μολιέρου με έμφαση μάλιστα στον χαρακτήρα και μόνο κι όχι στην καταστροφή που αυτός ο χαρακτήρας επιφέρει στους άλλους. Εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα από τις αλλαγές στο ύφος του σκηνικού που γίνονταν από τους ίδιους τους ηθοποιούς στη διάρκεια της παράστασης και που ήταν έτσι μελετημένες ώστε να αντανακλούν τις αλλαγές που συντελούνταν στις σχέσεις των μελών της οικογένειας. 'Ετσι ώστε ενώ στο ξεκίνημα το σκηνικό έχει όλα τα στοιχεία του σύγχρονου λουξ σπιτιού με τις άπειρες ηλεκτρονικές συσκευές, τα ωραία έπιπλα, τα πολλά ρούχα και αξεσουάρ, μια ευτυχισμένη εικόνα τέλος πάντων, στο τέλος όλο αυτό έχει καταστραφεί τελείως και η τελευταία εικόνα είναι ένας απεχθής χώρος που κανείς δεν θα ήθελε να είναι ο δικός του. Πολύ δυνατή παράσταση, φοβερές ερμηνείες. Πολύ θέατρο. Πράγματι, σπάνια βλέπουμε τόσο καλό θέατρο. Να μην θέλεις να τελειώσει. Αυτό δεν είναι άλλωστε το κριτήριο για τα καλά πράγματα?
Η τελευταία δουλειά του πασίγνωστου πολωνού σκηνοθέτη Κριστόφ Βαρλικόφσκι "Αφρικανικοί μύθοι κατά τον Σέξπηρ" έκανε κατ'εξαίρεση την πρεμιέρα της στη Λιέγη, ένδειξη του στενού δεσμού του σκηνοθέτη με την κεντρική σκηνή της βέλγικης πόλης. Οι αφρικανικοί μύθοι, που τους παρακολουθήσαμε επί 5 1/2 ώρες με δύο σύντομα διαλείμματα, αποτελούν στην ουσία τον συνδυασμό τριών έργων του Σέξπηρ που τους κύριους ρόλους (Οθέλλο, Σάιλοκ -από τον 'Εμπορο της Βενετίας- και Βασιληά Ληρ) υποδεύεται ο ίδιος ηθοποιός επί σκηνής. Στα αποσπάσματα από τα πρωτότυπα κείμενα προστίθενται και κείμενα μη σεξπηρικά του καναδολιβανέζου Wajdi Mouawad και του νοτιοαφρικάνου J.M Coetzee (βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2003). Βασικό πρόσθετο κείμενο ένας μονόλογος της Κορδήλιας, της μικρής κόρης του Ληρ, με τον οποίο απαντά τη βασανιστική ερώτηση του πατέρα της "πες μου πώς μ'αγαπάς". Και του είπε! Αφού ρώτησε...... Συγκλονιστικό κείμενο που προστέθηκε γιατί ο Βαρλικόφσκι θεωρεί ότι ο Σέξπηρ δίνει το λόγο κυρίως στους άντρες και πολύ λίγο στις γυναίκες. Βαθύς γνώστης του έργου του Σέξπηρ ο Βαρλικόφσκι, τόλμησε να το "πειράξει". Κατά τη γνώμη μου επιτυχώς. Δεν μπορώ να πω ότι δεν με κούρασαν οι 5 1/2 ώρες παράστασης θα το απέδιδα όμως κυρίως στη γλώσσα και στην ανάγκη να διαβάζεις τη μετάφραση, πράγμα πολύ κουραστικό στο θέατρο που ο λόγος είναι πυκνός και γρήγορος. Παρόλ'αυτά θα την ξανάβλεπα την παράσταση αν την πετύχαινα κάπου αλλού.
Για τον Sidi Larbi Cherkaoui έχω γράψει και ξαναγράψει και θα συνεχίσω να γράφω όσο παρουσιάζει καινούριες δουλειές. Τρέφω απέραντο θαυμασμό γι'αυτόν τον υπερπαραγωγικό και εμπνευσμένο χορευτή-χορογράφο από την Αμβέρσα. Η τελευταία του δουλειά "Tezuka" είναι εμπνευσμένη από τον θεό των manga, Osamu Tezuka. Τώρα το πώς συνδυάζονται τα ιαπωνικά κόμικς με την τέχνη του χορού, αυτό μόνο ο Cherkaoui θα μπορούσε όχι μόνο να το σκεφτεί αλλά και να το πραγματοποιήσει με τέτοιο εμπνευσμένο τρόπο. Πιστεύω ότι πρόκειται για χορογράφο μέσα στους 2-3 καλλίτερους στον κόσμο. Δυστυχώς αυτό που είδαμε δεν περιγράφεται εύκολα. Παρόλα αυτά θα κάνω μια προσπάθεια και θα πω ότι το θέαμα συνοδευόταν από ζωντανή μουσική και άφθονη χρήση πολυμέσων, όπως πάντα άλλωστε, άφθονες λωρίδες χαρτιού που χορεύουν επί σκηνής μαζί με τους χορευτές οι οποίοι ζωγραφίζοουν με μελάνι ο ένας τον άλλον και ζωγραφίζουν επί τόπου τα άπειρα μέτρα χαρτιού, με προβολές επί χάρτου ιαπωνικής καλλιγραφίας, ένας σχεδιασμός του όλου με απίστευτη φαντασία που κάθε απόπειρα περιγραφής μάλλον το αδικεί παρά το αναδεικνύει. Θα μπορούσα να συστήσω την επόμενη δουλειά του στο DeSingel 1-6 Μαρτίου 2012. Χορεύει ο ίδιος με την Maria Pages. Συνδυασμός φλαμένγκο και μοντέρνου χορού. 'Εχω ακούσει τα καλλίτερα. 'Ισως έχει ακόμη λίγα εισιτήρια.
Τη Μήδεια την είχαμε δει πριν 3 χρόνια στο ίδιο μέρος. 'Ιδια παραγωγή, ίδιοι βασικοί συντελεστές, μόνο κάποιες μικρές αλλαγές που είτε χρειάζονταν είτε όχι δεν άλλαξαν κάτι στην τελική εντύπωση. 'Οσο μας άρεσε την πρώτη φορά άλλο τόσο μας άρεσε και τώρα. Ο Warlikowski τα καταφέρνει να εντυπωσιάζει πάντα ακόμη και σε επανάληψη.
Αυτή η χαρούμενη αφίσα ανήκει σε σκηνή από μια ταινία που ήταν από τις πιο ζόρικες αλλά και τις πιο σπουδαίες που είδαμε τελευταία. Γαλλικής προέλευσης και αυτογιογραφική, με σκηνοθέτη και πρωταγωνίστρια τη μαμά και πρωταγωνιστή τον πατέρα. Νέο και ερωτευμένο ζευγάρι γεμάτο ορμή για τη ζωή αποκτά μωρό όπως τόσα άλλα ζευγάρια, όμως το δικό τους μωρό στο χρόνο επάνω αρρωσταίνει βαριά. Διάγνωση, καρκίνος στον εγκέφαλο. Παναγία μου! Και αρχίζει ο Γολγοθάς που κρατάει 8 χρόνια, 3 στα νοσοκομεία για τις θεραπείες και 5 για να σιγουρέψεις τη μετάσταση. Γκραν γκινιόλ. Ναι. Αλλά να που συμβαίνει. Μου άρεσε η ταινία, για τον ξέφρενο ρυθμό της, για το ότι δεν ξέπεσε στο μελό κι ήταν πολύ δύσκολο να μην ξεπέσει και γιατί η γεύση που σου αφήνει έχει να κάνει με τη δύναμη της ζωής κι όχι την απειλή του θανάτου που σίγουρα ενυπάρχει στην ταινία. Είναι αξιοθαύμαστα αυτά τα παιδιά που μπόρεσαν να κάνουν ταινία την προσωπική τους τραγωδία από την οποία βγήκαν νικητές αλλά με πόσο μεγάλο τίμημα άραγε. Τώρα, τι να πω, δείτε τη. Ε ναι, δείτε τη γιατί είπαμε δεν πάμε σινεμά για να διασκεδάσουμε, πάμε για να γινόμαστε κομμάτια!
Ωραία ταινία με φαινομενικά δύσκολο θέμα, ο πατέρας που στα 75 του, αμέσως μετά το θάνατο της γυναίκας του, αποκαλύπτει στο γιο του ότι είναι γκέι. Και φυσικά δεν σταματάει στην αποκάλυψη, εννοεί τα χρόνια που του απομένουν να τα ζήσει με φανερωμένο σε όλους το μυστικό του. Το στόρυ καλύπτει το διάστημα που μεσολαβεί από την αποκάλυψη μέχρι το θάνατο του πατέρα, δηλαδή το διάστημα της ελευθερίας. Με διάφορα φλας-μπακ μπαίνουμε λίγο και στο κλίμα της οικογένειας. Η μάνα το ήξερε, το δέχτηκε με τη σιγουριά ότι θα το γιατρέψει το κουσούρι του άντρα της. Μιλάμε για γάμο που έγινε το 1955, εποχή που η ομοφυλοφιλία αντιμετωπιζόταν σαν αρρώστια. Να μην πολυλογώ. Η ταινία λέει, έχει πολύ καλό σενάριο, πολύ καλό στήσιμο της ιστορίας, χωρίς δραματοποιήσεις. Μου άρεσε που η σχέση γιου-πατέρα δεν επηρεάστηκε από τα νέα δεδομένα. Σαφώς υπερ των γκέι η ταινία, έχω μόνο μια μικρή αντίρρηση στην εικόνα που βγάζει όσον αφορά τον κόσμο των γκέι. Η αντίρρησή μου συνίσταται στο ότι ο κόσμος αυτός παρουσιάζεται χαρούμενος με πολλή αγάπη και αλληλεγγύη, με μεγάλη χαρά για τη ζωή, σκέτο γλέντι, ενώ ο άλλος κόσμος, ο κόσμος των στρέιτ, αντιπροσωπεύεται από ένα γιο, που σέρνεται στη ζωή, κουβαλάει μια ασήκωτη κατάθλιψη, δεν καταφέρνει να στεριώσει σε καμια σχέση, σαν να αντιστέκεται στην ευτυχία. Είναι άραγε έτσι τα πράγματα?
Ποιος θα το περίμενε ότι την ταινία της χρονιάς θα τη βλέπαμε τέλος Αυγούστου. 'Εκανε μια μπραφ ο Lars Von Trier και τους βούλωσε όλους. Τι κι αν δεν πήρε το βραβείο στις Κάννες που σίγουρα θα το άξιζε. Και χωρίς βραβείο εύκολα την τοποθετεί κανείς την ταινία ένα τουλάχιστον σκαλί παραπάνω από το Tree of life. 'Εχω γράψει πολύ καλά λόγια για το Tree of life και δεν τα ανακαλώ αλλά τούτη εδώ η ταινία κινείται σε άλλα επίπεδα σ'αυτά που κάποιος φαίνεται πως φτάνει αφού έχει περάσει κάποια μεγάλα διαστήματα απομονωμένος και μόνος με την κατάθλιψή του. Το κατέχει καλά το θέμα της μελαγχολίας ο Τρίερ, αυτό είναι γνωστό, το διατυμπανίζει ο ίδιος σε κάθε ευκαιρία αλλά τουλάχιστον τις εμπειρίες του τις μετατρέπει σε υψηλή τέχνη που την προσφέρει σε μας. Δώρο είναι αυτή η ταινία, τόση αισθητική, τόση εσωτερικότητα, τέτοιες ερμηνείες, μουσική, χρώματα, τοπία, να μένεις άφωνος. Πολλοί θα φοβηθούν τον τίτλο και δεν θα θελήσουν να τη δουν, λες και ζούνε μέσα στην τρελή χαρά κι αν την δουν θα στενοχωρηθούν!
Διαβάζοντας το τεύχος Ιουλίου του Cahiers de Cinema είχα "φτιαχτεί" να δω δύο καινούριες ταινίες. Την παρούσα και το Melancholia του Lars Von Trier.
'Ηταν μάλλον το καλλιτεχνικό γεγονός του φετεινού καλοκαιριού. Δεν είναι σωστό να το λέμε αυτό γιατί αδικούμε άλλους σπουδαίους καλλιτέχνες που πέρασαν από το φετεινό φεστιβάλ της Αθήνας. 'Οποιος όμως βρέθηκε στην Επίδαυρο μια από τις τρεις μέρες που παρουσιάστηκε ο Ριχάρδος ο Γ με τον Κέβιν Σπέισι στον ομώνυμο ρόλο κάπως έτσι θα πρέπει να το αισθάνθηκε το γεγονός. Υπάρχουν ορισμένοι καλλιτέχνες που και μόνη η παρουσία τους στη σκηνή φτάνει για να κάνει την εμπειρία αλησμόνητη. 'Ενας απ'αυτούς είναι σίγουρα ο Κέβιν Σπέισι. Γέμιζε αφόρητα τη σκηνή μόλις εμφανιζόταν. Συγκλονιστικά παρών, με υπέροχη φωνή, με ανείπωτη κυνικότητα και σαρκασμό στη χροιά της, άψογη κίνηση, καθήλωσε ένα εύκολα απείθαρχο κοινό επί 3 συνεχείς ώρες.
Μετά το "Gamin au velo' των αδελφών Νταρντέν να ένα άλλο αγόρι που μας συγκίνησε στο σινεμά φέτος. Το αγόρι που υποδύεται τον μεγάλο γιο της οικογένειας στην ταινία που κέρδισε το φετεινό χρυσό φοίνικα στο φεστιβάλ των Καννών με τον Μπραντ Πιτ στο ρόλο του σκληρού οικογενειάρχη. Πήγα να δω την ταινία αρκετά διστακτική κυρίως λόγω των αντικρουόμενων κριτικών που είχα ακούσει από φίλους. Κρίμα, γιατί αυτό με έκανε να μην ευχαριστηθώ όπως έπρεπε το πρώτο της μέρος το οποίο όπως διάβασα εκ των υστέρων ο σκηνοθέτης το δούλευε 38 χρόνια! Αναφέρομαι στις εικόνες από το διάστημα που προβάλλονται στην αρχή πριν προσγειωθούμε ανώμαλα στην Αμερική της δεκαετίας του 50 με τον αναχρονισμό και τον συντηρητισμό που κυριαρχούσε στο εσωτερικό της τυπικής αμερικάνικης οικογένειας, καταστάσεις με τις οποίες βέβαια έχει φροντίσει να μας εξοικειώσει επιτυχώς ο Φίλιπ Ρόθ στα μυθιστορήματά του. Η ταινία εμένα με κατέκτησε κυρίως γιατί στη διάρκειά της είδα σκηνές από τις δικές μου οικογένειες και απ'αυτήν που ήμουν εγώ το παιδί και τη δική μου που παριστάνω εγώ το γονιό. Και βεβαιώθηκα για μια ακόμη φορά ότι αυτό που μας καθορίζει στη ζωή είναι η οικογένειά μας. Η δύναμή της είναι τόσο μεγάλη που ίσως γι'αυτό και κάποιοι να έφυγαν από την αίθουσα. 'Αλλο λόγο δεν βρίσκω γιατί η ταινία ήταν τόσο άρτια καλλιτεχνικά, τόσο μεγάλης αισθητικής, με υπέροχες ερμηνείες, με λόγια λίγα μεν και ίσως κοινότοπα αλλά με κάτι χειρονομίες και κάτι βλέματα που ισοδυναμούσαν με τα δυνατότερα σενάρια. Με το αγόρι να μισεί τον πατέρα και να εύχεται το θάνατό του και μόλις ο πατέρας το ακούμπαγε να λιώνει από τη δίψα για την αγάπη του. Τι άλλο να ζητήσουμε από τους σκηνοθέτες πια? Τι άλλο να μας δώσουν? 'Αξια το πήρε το βραβείο ο Μάλικ.
Οι αδελφοί Dardenne πάντα μας "ζορίζουν" με τις ταινίες τους αφού από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή παρακολουθούμε τα δρώμενα με κομμένη την ανάσα. Καθαρά κοινωνικό σινεμά, με φοβερούς πάντα ηθοποιούς και κάθε φορά μια αποκάλυψη όπως εν προκειμένω ο πιτσιρικάς που σηκώνει όλη την ταινία επάνω του σε έναν ρόλο δύσκολο όσο δύσκολη μπορεί να είναι η περίπτωση ενός παιδιού που εγκαταλείπεται εν ψυχρώ από τον πατέρα του.
Η βρομιά (με όμικρον) είναι ένας τολμηρός μονόλογος γραμμένος από αυστριακό συγγραφέα με αφορμή επιθέσεις σε σπίτια μεταναστών από νεοναζί στην Αυστρία και Γερμανία πριν μερικά χρόνια. Λέω τολμηρός γιατί σε μια εποχή που το μεταναστευτικό είναι μείζον πρόβλημα σε πολλές χώρες μεταξύ των οποίων και η δική μας το να ανεβάζεις ένα έργο στο οποίο δίνεται ο λόγος σε έναν από αυτούς που ας είμαστε ειλικρινείς αποστρέφουμε το πρόσωπό μας όποτε τους συναντάμε δεν είναι και το πιο αυτονόητο. Ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σκηνοθέτησε μια δυνατή παράσταση και ανέθεσε τον δύσκολο ρόλο σ' έναν νέο ηθοποιό τον Γιάννο Περλέγκα που χαρήκαμε πολύ που τον απολαύσαμε μόνο του. Πέραν της καλλιτεχνικής αρτιότητας εκείνο το βράδυ φάγαμε και μια γερή σφαλιάρα. Πώς να το κάνουμε, πλάσματα του θεού είναι κι αυτοί οι ανεπιθύμητοι μετανάστες. Ας αγοράζουμε πότε -πότε κανένα λουλούδι όταν μας το προτείνουν στα διάφορα εστιατόρια που ξεσκιζόμαστε στο φαί.
Απίστευτη φωτογραφία από τη LIFO. Δεν είναι από τους αγανακτισμένους οι ξαπλωμένοι στο δρόμο. Συνέβη σε άλλη πόλη, στο Βανκούβερ και τη διάρκεια επεισοδίων που ακολούθησαν κάποιον αθλητικό αγώνα. Εικάζεται ότι η σκηνή δεν είναι ερωτική αλλά παροχή βοήθειας σε τραυματισμένη κοπέλα. Εμείς προτιμάμε να τη βλέπουμε ερωτικά!
Το πρότζεκτ αυτό στηρίχτηκε στην ιδέα δύο γυναικών, μιας συγγραφέως και μιας μουσικού που θέλησαν να δώσουν φωνή στη δύστυχη Δεισδαιμόνα που τόσο άδικα έπεσε θύμα της ανεξέλεγκτης ζήλειας του συζύγου της Οθέλου. Τη σκηνοθεσία εμπιστεύτηκαν σε έναν άντρα!
Factory ονομαζόταν το ιδιότυπο ατελιέ που είχε δημιουργήσει ο Αndy Warhol στη δεκαετία του 60 στη Νέα Υόρκη, χώρος στον οποίο, όπως λένε, έμπαινες άσημος κι έβγαινες διάσημος. Ο Πολωνός σκηνοθέτης Krystian Lupa, προσπάθησε με το έργο αυτό να ανασυστήσει το κλίμα αυτού του χώρου σε μια παράσταση που διαρκεί καθαρές 6 ώρες (με 2 διαλείματα ευτυχώς). Με ένα επιτελείο θαυμάσιων, ακούραστων και όμορφων ηθοποιών και με τον ίδιο το σκηνοθέτη στο βάθος της αίθουσας να εκδηλώνει με τον δικό του τρόπο τη συμμετοχή του στο δρώμενο, την αγωνία του μάλλον για το αποτέλεσμα, οι πολλές ώρες πέρασαν με τον καλλίτερο τρόπο. Δηλαδή δεν βαρεθήκαμε καθόλου και ίσως να είδαμε μια παράσταση από αυτές που δεν ξεχνιούνται εύκολα. 68 χρόνων ο Krystian Lupa στήνει παραστάσεις μοντέρνες, νεανικές, θάλεγες ότι τις έχει σκηνοθετήσει 30άρης.
Σκηνοθετημένο από την Elisabeth LeCompte, επικεφαλής του Wooster Group, θεατρικής ομάδας που σύμφωνα με ό,τι διάβασα ιδρύθηκε στη δεκαετία του 70 και συνεχίζει να υπάρχει με λίγο-πολύ την ίδια σύνθεση. Το Vieux Carre είναι ένα από τα νεανικά έργα του Τένεση Γουίλιαμς και η δράση του τοποθετείται σε ένα οικοτροφείο της Νέας Ορλεάνης στο οποίο πέρασε ο ίδιος κάποια περίοδο στη δεκαετία του 30. 'Ολα αυτά ακούγονται παληά, όμως η παράσταση ήταν από τις πιο μοντέρνες που έχω δει, με άφθονη χρήση κάθε είδους αντικειμένων, με προβολές φιλμ, βίντεο και κυρίως με άφθονη χρήση των σωμάτων των ηθοποιών. Μια από τις πολλές φορές που θαύμασα το κουράγιο των ηθοποιών να ανταποκρίνονται στα "βίτσια" του κάθε σκηνοθέτη. Δυνατή παράσταση όπως θα ήταν η κάθε παράσταση έργου του Γουίλιαμς ο οποίος μόνο με δυνατές καταστάσεις έχει ασχοληθεί.
Την επομένη των "Κρεμασμένων" του JDP, "καπάκι" στη Monnaie για το Matsukaze. Το επισημαίνω γιατί το παρόν blog πρέπει να δικαιώνει αλλά και να δικαιολογεί τον τίτλο του της "Καθημερινής Τέχνης", η οποία είναι όντως σχεδόν καθημερινή κι αυτό είναι το μεγάλο του ατού αλλά και το μεγάλο του πρόβλημα. Πού χρόνος να καταγράφονται όλα!
"Οι κρεμασμένοι" σε σκηνοθεσία και κείμενο του Josse de Pauw και μουσική του Jan Kuijken, ήταν άλλη μια έκπληξη που ζήσαμε πριν λίγες μέρες στον ωραιότερο θεατρικό χώρο των Βρυξελλών, που είναι το KVS BOL φυσικά. 'Αργησα να γράψω το σχόλιο γιατί πραγματικά εμπειρίες σαν κι αυτήν δεν περιγράφονται. Ή είσαι εκεί και το ζεις και κερδίζεις ή δεν είσαι κι έχεις χάσει. Προσπάθησα να επιλέξω τη φωτό που μπορεί να δώσει μια καλή ιδέα και κυρίως την πιο πρωτότυπη απ'όλες που έκανε τους ενοχλητικούς κάθε φορά υπότιτλους να αποτελούν αυτή τη φορά κύριο στοιχείο του δρώμενου. Τους βλέπετε μπροστά να καλύπτουν τη σκηνή στην οποία βρίσκεται μια ορχήστρα αποτελούμενη από δεκαοκτώ μουσικούς που παίζουν με πέντε τύπους κρεμασμένους από πάνω τους σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Οι πέντε κρεμασμένοι, οι δύο ηθοποιοί οι τρεις τραγουδιστές, οι τρεις γυναίκες οι δυο άντρες, είναι αυτοί που έχουν τιμωρηθεί επειδή ρώτησαν να μάθουν παραπάνω απ΄ό,τι επιτρέπεται, αυτοί οι ενοχλητικοί περίεργοι που δεν χάφτουν το παραμύθι όπως τους σερβίρεται.
Διάλεξα αυτή τη φωτό που βρήκα στο σάιτ του θεάτρου κυρίως επειδή μου άρεσε ο τρόπος που ο Λ. Βογιατζής κοιτάζει τον Χ. Πίντερ. 'Ισως σ' αυτή την παραδοχή του ενός καλλιτέχνη προς τον άλλον να οφείλεται και η τόσο πετυχημένη σκηνοθεσία του έργου από τον Λ. Βογιατζή.
Δεν είχα σκοπό να ασχοληθώ με τον θάνατο της Λιζ Τέιλορ γιατί πραγματικά τι καινούριο ή πρωτότυπο μπορεί να πει κανείς για μια σταρ σαν κι αυτή. 'Ομως μόλις είδα τη φωτό αυτή στο LIFO αποφάσισα να τη βάλω κι εδώ για να τη διαδώσω περαιτέρω. Σύμφωνα μ'αυτά που διάβασα πρόκειται για φωτό που της τράβηξε κάποιος φίλος της φωτογράφος όταν η Λίζ ήταν 24 ετών, ήδη πολύ φτασμένη καλλιτέχνης. Θαυμάστε τη φωτό που μοιάζει πιο πολύ με γλυπτό παρά με φωτό και δείτε καμιά ταινία της, όσοι δεν την ξέρετε για να διαπιστώσετε ότι πάνω απ'όλα ήταν μια σπουδαία ηθοποιός. Διάβασα δε ότι στην κηδεία της "έστησε" τους παρευρισκόμενους κι αυτό ήταν δική της "τελευταία" επιθυμία για να τη θυμούνται όλοι έτσι όπως ήταν και στη ζωή, μια αληθινή σταρ με τους συνακόλουθους βεντετισμούς.
Θα ξεκινήσω το σημείωμα με την τελευταία φράση της κριτικής της εφημερίδας Le Monde σχετικά με την παράσταση αυτή. Η άκρως κολακευτική κριτική έκλεινε με τη διαπίστωση ότι ο Σαίξπηρ είναι ο θεός και ο Οστερμάγερ είναι ο προφήτης του. Νομίζω ότι θα συμφωνήσω. Καλλίτερη μεταφορά στη σκηνή του κλίματος που δημιουργεί ο Σαίξπηρ στα έργα του δεν έχουμε δει. Απο τη μια παρακολουθούμε τη δύναμη της συκοφαντίας στην οποία καταφεύγει ο Ιάγος προκειμένου να εκδικηθεί τον Οθέλλο που έδωσε σε άλλον την προαγωγή αντί σ'αυτόν, βάζοντάς του υπόνοιες για την πίστη της αγαπημένης του γυναίκας κι από την άλλη τη σταδιακή απώλεια κάθε είδους ελέγχου στην οποία οδηγείται ο Οθέλλος και που θα έχει σαν αποτέλεσμα την καταστροφή των πάντων.
Μεταξύ 22/3 και 7/4 η πασίγνωστη και σπουδαία βελγίδα χορεύτρια-χορογράφος Anne Teresa De Keersmaeker παρουσιάζει στο Kaaitheater, σε τέσσερα μέρη, επιλεγμένες χορογραφίες της των πρώτων ετών της καριέρας της. Παρακολουθήσαμε ήδη το πρώτο από τα τέσσερα μέρη σε ένα θέατρο κατάμεστο από "ωραίο" κόσμο, όχι "καλό" που συχνά λέγεται, "ωραίο" με την έννοια της ομορφιάς, προφανώς από τον ωραίο χώρο του χορού. Επί 70 συνεχή λεπτά επί σκηνής η Keersmaeker απέδειξε ότι στα 5ο της μπορεί ακόμη να χορεύει ό,τι χόρευε και στα 30 της. Στο τέλος βέβαια δεν είχε τη δύναμη ούτε να σκάσει ένα χαμόγελο στο κοινό που την αποθέωνε όρθιο επί πολλά λεπτά. Οι τελευταίες της δουλειές που έτυχε να δω δεν με συγκίνησαν, όμως ποτέ δεν ξέχασα πόσο είχα εντυπωσιαστεί όταν είδα για πρώτη φορά δουλειά της στις αρχές της δεκαετίας του '90 και γι'αυτό έσπευσα να δω τα early works. 'Οσες αντιρρήσεις και να έχω για κάποιες από τις τελευταίες της δουλειές, αναγνωρίζω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα μεγάλο όνομα του χορού το οποίο σίγουρα έχει γράψει ιστορία και απ' ό,τι φάνηκε αποτελεί σοβαρή αναφορά για τους νέους. Γι'αυτό λέω να δείτε κάποιο από τα τέσσερα μέρη, δεν θα χάσετε.
Θα ξεκινήσω το σχόλιο από το πρόγραμμα και συγκεκριμένα από την εύστοχη επιλογή του πολύ ωραίου έργου του Johann Friedrich Overbeck "Ιταλία και Γερμανία" για το εξώφυλλό του που σαφώς υποδηλώνει το "πάντρεμα" της ιταλικής μουσικής με το γερμανικό έργο στο οποίο βασίζεται το στόρυ αυτής της όπερας, με θέμα πάντα τον έρωτα και το θάνατο και όχι μόνο. Ο Φερδινάνδος του γερμανικού κειμένου γίνεται εδώ Ροδόλφος και η Eloisa ιταλοποιείται σε Luisa. Το λιμπρέτο το έγραψε ο Salvatore Camarrano βασιζόμενος σε έργο του Schiller, έργα του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί και για άλλες όπερες του Βέρντι. Ο Βέρντι επεδίωκε να ανεβάζει όπερες προερχόμενες από έργα συγγραφέων πρώτης γραμμής, όπως ο Σέξπηρ, ο Δουμάς ή ο Ουγκό. Στο έργο αυτό ενδέχεται να τον συγκίνησε το θέμα της σχέσης πατέρα-γιου, δεδομένου ότι όπως ο Φερδινάνδος-Ροδόλφος υφίσταται πίεση από τον πατέρα του όσον αφορά τον έρωτά του για την Λουίζα που δεν ανήκει στην ίδια τάξη μ'αυτόν έτσι και ο Βέρντι δεχόταν κριτική και πίεση από τον δικό του πατέρα για το γεγονός ότι συζούσε με μια τραγουδίστρια της όπερας, εκτός γάμου φυσικά. Μην ξεχνάμε, βρισκόμαστε στα 1840. 'Οσο για την Λουίζα, αυτή κι αν είναι θύμα του αντρών. Αν εξαιρέσεις τον έρωτά της για τον Ροδόλφο που δεν της επεβλήθη και που δεν θα τον επέτρεπε στον εαυτό της αν ήξερε την πραγματική του ταυτότητα, όλα τα περιστατικά της ζωής της είναι απόρροια ανδρικών επιρροών πάνω της, με αποκορύφωμα την απόφαση του αγαπημένου της να πεθάνουν μαζί πίνοντας από το ίδιο φαρμάκι, την οποία μάλιστα της αποκαλύπτει αφού της το έχει δώσει να το πιει! Είπαμε να πεθαίνουμε από έρωτα, αλλά όχι κι έτσι.
Maurice Gilliams ο συγγραφέας, Bart Meuleman ο διασκευαστής και σκηνοθέτης, φλαμανδοί αμφότεροι διαφορετικών εποχών. Τόπος της "δράσης" η Αμβέρσα το 1930 και θέμα ο επικείμενος γάμος κόρης νεόπλουτων με γόνο ξεπεσμένης οικονονικά αριστοκρατικής οικογένειας. Αυτό που παρακολουθούμε είναι ένας γάμος σε πλήρη ανάπτυξη, γνωριμία των οικογενειών και των μελλόνυμφων, τελετή και γαμήλιο ταξίδι. 'Ενας γάμος εφιαλτικός αφού το ζευγάρι δεν επιτυγχάνει κανενός είδους "ένωση" παρά τις προσπάθεις του γαμπρού. Η παράσταση βασίζεται κυρίως στην αφήγηση και λιγότερο στο παίξιμο των ηθοποιών. Παρά το τραγικό του θέμα, έναν θλιβερό, λευκό γάμο με έναν γαμπρό σε απόγνωση, η παράσταση βγάζει αρκετό γέλιο και προσφέρει μεγάλη ικανοποίηση με την υψηλή αισθητική της. 'Αλλη μια ευχάριστη έκπληξη από τη φλαμανδική πλευρά.
Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι. Πολλή φασαρία για το τίποτα. Πήγα να δω την ταινία με θετική διάθεση καθότι και ο σκηνοθέτης και η πρωταγωνίστρια μου είναι αρεστοί. 'Ομως απογοητεύτηκα. Δεν συγκινήθηκα καθόλου. Το αντίθετο, αρκετές στιγμές σκέφτηκα ότι θα μπορούσα και να πάω σπίτι μου αντί να χάνω την ώρα μου, αλλά δεν το έκανα για λόγους αρχής κυρίως. Εκτιμώ αφάνταστα που η Πόρτμαν έκανε 6 μήνες εντατική προπόνηση κλασικού μπαλέτου για να φτάσει ας πούμε το επίπεδο μιας Φοντέιν ή μιας Πλιτσέσκαγια, όμως μένω με ένα ερώτημα, γιατί όλος αυτός ο χαλασμός? Για να δώσεις τι στον θεατή? Την αξιολύπητη καθημερινότητα μιας κοπέλας που τρώει τις σάρκες της, κυριολεκτώ, για τον πρώτο ρόλο? Δεν θέλω να πιστέψω ότι έτσι διάγουν οι πρώτες μπαλαρίνες. Το ήρεμο πρόσωπο της Φοντέιν που ακτινοβολεί εσωτερική ισορροπία δεν μου βγάζει τέτοιο κρυφό αρρωστημένο δράμα. Συγγνώμη, αλλά τι πουλάνε στον κόσμο? Πραγματικά δεν βρίσκω κανένα λόγο να συστήσω την ταινία. Και παρά τα όσκαρ εγώ σας λέω ότι δεν παίζουν ωραία. Είναι η χειρότερη Πόρτμαν και ο χειρότερος Βενσάν Κασέλ που έχω δει ποτέ. Κι επειδή πάντα πίστευα ότι τον καλό ηθοποιό τον κάνει ο καλός σκηνοθέτης δεν καταλαβαίνω πώς είναι δυνατόν ο Αρονόφσκι που μας έδωσε έναν τόσο καλό Μίκυ Ρουρκ στον Παλαιστή, να μας απογοητεύει τώρα.
Γραμμένη στα μέσα του 180υ αιώνα, η τριλογία αυτή του Γκολντόνι μοιάζει να έχει γραφτεί σήμερα. 'Εχοντας για θέμα την πολυτελή διαβίωση με κύριο σκοπό την αυτοπροβολή, το "φαίνεσθαι", το έργο αποδεικνύει ότι η ανάγκη επίδειξης του πλούτου κατέχει κυρίαρχη θέση στη ζωή των ανθρώπων δια μέσου των αιώνων. Το ίδιο και το "ζευγάρωμα" κυρίως με τη μορφή του κοινωνικά παραδεκτού γάμου εις βάρος του αληθινού έρωτα. Οφείλω να ομολογήσω ότι στον τομέα του ζευγαρώματος η ανθρωπότητα έχει προοδεύσει πολύ έκτοτε. Ο έρωτας έχει πάρει φαλάγγι το συμφέρον, με θλιβερές εξαιρέσεις φυσικά, αλλά όπως και να το κάνουμε το προξενιό δεν παίζει πια όπως έπαιζε παλιά. Αυτό έχει αλλάξει πολύ προς το ανθρωπινότερο, η ανάγκη για επίδειξη όμως παραμένει ακλόνητη. Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης έβλεπα μπροστά μου τη Μύκονο, αυτή την ασύγκριτη πασαρέλα του ελληνικού παραθερισμού. Βρήκα έξοχη την ιδέα του σκηνοθέτη να μπαίνουν οι ηθοποιοί στη σκηνή με το στραμπουληγμένο περπάτημα των μοντέλων. Ο σκηνοθέτης Νίκος Μαστοράκης που στους παληούς θυμίζει άλλον Νίκο Μαστοράκη έκανε πολύ καλή δουλειά κατά τη γνώμη μου. Το έχουμε ξαναπεί. ΄'Σκίζει" το Εθνικό φέτος. Και τι ωραίο θέατρο. Ακούω πολλούς που δεν πηγαίνουν λόγω της γειτνίασής του με την Ομόνοια και τα συνακόλουθα. Υπερβολές!
Η επιλογή της φωτό έγινε με βάση τον τίτλο της τον οποίο δανείστηκα μάλιστα για τίτλο του σχολίου. Η Ανί Ζιραντό πέθανε πριν λίγες μέρες σε αρκετά προχωρημένη ηλικία (79 ετών) και σε προχωρημένο στάδιο της ασθένειας του Αλτσχάιμερ. Τόσο η καριέρα της όσο και η προσωπική της ζωή υπήρξαν πλούσιες και ταραχώδεις. 'Απειρες ταινίες, άπειροι άντρες, ένας μεγάλος έρωτας, καθότι αδύνατος κι ας αποτέλεσε τον μοναδικό γάμο της ζωής της. 'Ενα μόνο παιδί παρά τις αναρίθμητες βραδυές παθιασμένων ερώτων. Η Ανί Ζιραρντό δεν ήταν όμορφη με την καθιερωμένη έννοια του όρου, η γυναίκα που την βλέπεις και πέφτεις ξερός, καθόλου τέτοια περίπτωση, παρατηρώντας την όμως κάποιος μπορεί να καταλάβει τι μπορούσε να τραβάει πάνω της και τους άντρες και τον κόσμο όλο κι αυτό το κάτι δεν περιγράφεται εύκολα. Μπορεί να το λένε γοητεία, ταμπεραμέντο, χημεία, προσωπικότητα. Πρέπει να αγάπησε και να αγαπήθηκε πολύ και να απογοητεύτηκε επίσης πολύ. 'Εζησε σχεδόν όλη της τη ζωή στην ωραιότερη πλατεία του Παρισιού την Place des Vosges. Παριζιάνα μέχρι το κόκκαλο η ζωή της θυμίζει έντονα την Εντίθ Πιαφ και από τους σημερινούς γάλλους ηθοποιούς θα την παραλλήλιζα με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ και σε επίπεδο ταλέντου και σε αποδοχή του κοινού.
'Ισως να μην εντάσσεται στα θέματα με τα οποία θέλει να ασχολείται και να καταγράφει το παρόν blog η έκθεση που είδαμε στο Βερολίνο πριν λίγο καιρό και η οποία τριβελίζει το μυαλό μου ποικιλοτρόπως, όμως και μόνο το γεγονός ότι ήταν έκθεση σε μουσείο και μάλιστα στημένη με αξιοπρόσεκτη αισθητική, νομίζω ότι δικαιολογεί τη μνεία της εδώ.
Συγγραφέας του έργου που ο Patrice Chereau αποφάσισε να το ανεβάσει μόλις το διάβασε είναι ο νορβηγός Jon Fosse που δίκαια θεωρείται ο διάδοχος του 'Ιψεν. Το έργο παίχτηκε για 2 βδομάδες στο Λούβρο στο πλαίσιο σειράς εκδηλώσεων του μουσείου προς τιμήν του Patrice Chereau και όπως διαβάσαμε και στις ελληνικές εφημερίδες έκανε πάταγο. Γιατί σύμφωνα με το κείμενο όλα διαδραματίζονται σ'ένα μουσείο και τι πιο εύστοχο να δίνεται η παράσταση μέσα σ' ένα μουσείο και δη στο Λούβρο. Αυτή τη στιγμή η παράσταση περιοδεύει και ίσως έχει συμπεριλάβει και την Αθήνα στο πρόγραμμά της. Ο χώρος του μουσείου εδώ επέχει θέση νεκροταφείου δεδομένου ότι οι δύο αυτοί χώροι αν το σκεφτεί κανείς κάπως βαθύτερα έχουν πράγματι κάποια κοινά σημεία. Φιλοξενούν διαφορετικές γενιές, παρέχουν χρονολογικές πληροφορίες με ταμπελίτσες και φιλοξενούν παρελθούσες καταστάσεις, είτε πεθαμένους είτε τα έργα τους. Ο Προυστ μας λέει ότι τα μουσεία είναι οικήματα που στεγάζουν σκέψεις. Επί 1 ώρα και 40 λεπτά με διαλόγους απλούς, καθημερινούς περνάνε από μπροστά μας όλα τα σενάρια της ζωής. Οικογενειακές σχέσεις όλων των ειδών, γονείς, παιδιά, παπούδες, γιαγιάδες, σύζυγοι αλλά και οι άλλες οι κρυφές, οι εκτός οικογένειας, οι παράνομοι έρωτες που έχουν τελειώσει αλλά και δεν έχουν. 'Ολες οι ζωές εκεί, μέσα σ' ένα μουσείο και παρόντες όλοι, πεθαμένοι και ζωντανοί, οι πεθαμένοι ξυπόλητοι, οι ζωντανοί με παπούτσια, ενίοτε ημίγυμνοι, πραγματοποιώντας "συνευρέσεις" έτσι απλά, όπως απλά μιλάνε για τις ζωές τους. 'Εγραψε ο Μοντ ότι το έργο αυτό σου τρυπάει την καρδιά. Ναι, έτσι είναι, γι'αυτό και μερικοί, όχι πολλοί, γλίστρησαν μέσα στο σκοτάδι κι έφυγαν μην αντέχοντας προφανώς το κοίταγμα στον καθρέφτη γιατί σίγουρα δεν υπήρχε άνθρωπος μέσα στην αίθουσα που να μην είδε κάπου ένα κομμάτι της δικής του ζωής εκεί μπροστά του.
Ο Romeo Castellucci ό,τι και να κάνει ενοχλεί και διχάζει. Σ'αυτούς που αρέσει όμως, αρέσει πολύ και μάλλον είναι οι περισσότεροι. Νομίζω ότι έτσι συνήθως συμβαίνει μ'αυτούς που έχουν να δείξουν, όχι να δώσουν, να δείξουν κάτι το διαφορετικό. 'Ηταν όντως παράτολμη η σκέψη του διευθυντή της Monnaie να προτείνει στον Castellucci να σκηνοθετήσει όπερα και μάλιστα Wagner. Αν κρίνουμε από το γεγονός ότι τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν γρήγορα και τις καλές εν γένει κριτικές που έγιναν, το στοίχημα το κέρδισε. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι συναντήθηκαν δύο παρόμοιες στάσεις. Ένας διευθυντής που τολμά απευθύνεται σ'έναν καλλιτέχνη που επίσης τολμά. Μένει να τολμήσει και λίγο το κοινό για να γίνει το μικρό θαύμα που νομίζω ότι γίνεται τελικά. Οι 5 ώρες συνολικά που διαρκεί η όπερα του Castellucci, ναι, του Castellucci, περνάνε πολύ γρήγορα έτσι που κάθε στιγμή και κάτι άλλο αποκαλύπτεται μπροστά σου, που τίποτα δεν είναι στατικό, ίδιο το τώρα με το πρίν ή το μετά. Αυτό μάλλον αποσκοπεί ο Castellucci. Να έχει τον θεατή διεγερμένο σε όλη τη διάρκεια του όποιου δρώμενου. Δεν αντέχει τον θεατή που απλώς βλέπει, αδιάφορος. Τον θέλει να συμμετέχει. Δεν διατείνεται ότι θέλει κάτι να πει, να περάσει. Αντίθετα δεν θεωρεί τον εαυτό του δημιουργό γιατί θεωρεί ότι όλα έχουν δημιουργηθεί και δεν έχουν απομείνει πράγματα για δημιουργία. Θεωρεί τον εαυτό του κάτι σαν τον τρελό του χωριού. Που όλοι τον κοιτάζουν περίεργα και προσπαθούν να βγάλουν συμπέρασμα. 
Με καθυστέρηση γράφω γι'αυτά τα δύο ωραία παιδιά που έτσι κι ανοίξουν το στόμα τους σε στέλνουν στον άλλο κόσμο στην κυριολεξία. Για πρώτη φορά εμφανίστηκαν μαζί και ευχόμαστε να το επαναλάβουν, περιμένουμε δε με ανυπομονησία το cd από την κοινή τους εμφάνιση και τα αναπόφευκτα ντουέτα. Σεμνοί, συμπαθείς, άμεσοι, όμορφοι σε κερδίζουν και πριν ακόμη ξεκινήσουν το τραγούδι. Πραγματικά είναι τύχη να συμμετέχει κανείς σε τέτοιες βραδυές. Προσωπικά πήγα για να ακούσω τον δεύτερο αλλά στο δεύτερο μέρος με κέρδισε ο πρώτος. Δεν θα ξεχάσω την κυρία στην πρώτη σειρά που ήξερε απέξω όλα τα τραγούδια τους και τα ψιθύριζε μαζί τους. Τόση ευτυχία σπάνια έχω δει σε πρόσωπο ανθρώπου.
Πολύ δυνατή ταινία με ένα απίθανο σενάριο που μοιάζει απίστευτο αλλά αν το σκεφτεί κανείς καλλίτερα, γιατί όχι, λένε ότι η ζωή φτιάχνει τα πιο περίεργα σενάρια, άρα κι αυτό θα μπορούσε να είναι ζωή αληθινή. Ο συγγραφέας του θεατρικού έργου στο οποίο βασίζεται η ταινία έχει δώσει έναν ενδιαφέροντα ορισμό του τι είναι καλλιτέχνης που ταιριάζει γάντι στην περίπτωση της ταινίας αυτής. 'Οτι ο καλλιτέχνης είναι ένας σκαραβαίος που ψάχνει μέσα στις ακαθαρισίες της κοινωνίας για να βρει τροφή και να φτιάξει έργα και τρεφόμενος έτσι με το "σκατό" του κόσμου καμιά φορά καταφέρνει να αναδείξει την ομορφιά.
'Αλλη μία ωραία παράσταση στην Αθήνα φέτος. Η κρίση προτρέπει σε ποιότητα για να ξεπερνιέται. Ακούστηκε ρητορικό όταν πρωτοειπώθηκε αλλά απ' ό,τι φαίνεται είναι κάτι που συμβαίνει μόνο του σε ανάλογες περιστάσεις. Κάποια παρηγοριά είναι κι αυτή. Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα δεν είχε τύχει να το δω ποτέ παρότι πάντα μου άρεσε ο τίτλος. 'Ομως δυστυχώς το σπίτι αυτό με το ωραίο όνομα δεν περιείχε καμία χαρά. Μόνο γυναίκες καταρχήν, μάνα, γιαγιά, υπηρέτρια και πέντε κόρες γεμάτες ζωή που καταπιέζεται απ'όλες τις μεριές και κυρίως από τη δεσποτική μάνα. Κάτι χειρότερο από μοναστήρι στο οποίο τουλάχιστον πηγαίνεις με τη δική σου θέληση. Αρσενικός όπως είπαμε δεν υπάρχει, όμως είναι διαρκώς παρών και ρυθμιστής των γυναικείων σχέσεων εφόσον η καθεμία από τις κόρες έχει και μια διαφορετική σχέση μαζί του, φανερή, κρυφή ή ανομολόγητη. Καταπιεστικό έργο με τη μηδενική απόσταση μεταξύ σκηνής και πλατείας-κοινού να κάνει αυτό που βλέπεις να εκτυλίσσεται μπροστά σου ακόμη πιο έντονο. Καθηλωθήκαμε πάλι, κιχ να μην ακούγεται. 'Ετσι πρέπει να είναι το θέατρο. Θα ήταν άδικο να ξεχωρίσουμε κάποια από τις ηθοποιούς. 'Ολες τα έδωσαν όλα για το συγκλονιστικό αποτέλεσμα. Μπράβο τους. Δεν θα τις ξεχάσουμε εύκολα αυτές τις δυνατές-αδύνατες γυναίκες.
Η Σοφία Κόππολα μου αρέσει. Και τις έχω δει όλες της τις ταινίες κι όλες μου άρεσαν και σε καμία δεν βαρέθηκα. Ούτε φυσικά σ'αυτήν για την οποία ακούστηκαν όλες οι δυνατές κακίες. 'Οτι της έκανε χάρη ο Ταραντίνο και της έδωσε το χρυσό λιοντάρι της Βενετίας γιατί ήταν πρώην της. Λες και οι πρώην κάνουν χάρες. Και μάλιστα τέτοιες. Πιστεύω ότι η Κόππολα αντιπροσωπεύει κάτι καινούριο στο σινεμά. Και πρωτότυπα θέματα και ασυνήθιστο γύρισμα. Δεν μας θυμίζει κάποιον άλλο σκηνοθέτη κι αυτό της δίνει παραπάνω αξία γιατί κάλλιστα θα μπορούσε να θυμίζει τον μπαμπά της. Είναι αυτόνομη και αυθύπαρκτη και κυρίως σπουδαία. Γιατί καταφέρνει να σε έχει σε ενδιαφέρον χωρίς υπόθεση, χωρίς δράση, μόνο με το να σε βάζει σε κατάσταση που ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι δική σου. 'Οπως εδώ στην καθημερινότητα του σταρ όταν δεν είναι σταρ. 'Οταν είναι αυτός με τον εαυτό του και τη ζωή του κάθε μέρα. Ωραίο θέμα. Και χρήσιμο. Για να σταματήσουμε να τους "θαυμάζουμε" επιτέλους όλους αυτούς και να τους ζηλεύουμε ίσως, ακόμη χειρότερα. Ωραία ταινία. Χωρίς πολλά λόγια αλλά να βγαίνεις γεμάτος σκέψεις. Δεν ξέρω αν το άξιζε το συγκεκριμένο βραβείο. Πάντως η ταινία αξίζει.
Η Τζούλιαν Μουρ και η Αννέτ Μπένινγκ είναι αρκετός λόγος για να δεις αυτή την ταινία, για να μην πούμε ότι μόνο αυτό αξίζει. Διαφορετικά τι ενδιαφέρον μπορεί να βρει κανείς σε μια υπόθεση απιστίας που λήγει ως συνήθως με την επιστροφή του άπιστου στην οικογένεια. Μόνο που εδώ το ζευγάρι απαρτίζουν δύο γυναίκες. Υπάρχουν και δύο παιδιά που τα γέννησαν οι ίδιες, ένα η καθεμιά, με εξωσωματική φυσικά. Μεταξύ μας, όσο και να έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, εγώ δεν γνωρίζω καμία τέτοια οικογένεια ούτε έχω ακούσει να υπάρχει κάπου πλήν αυτής της ταινίας. Καλογυρισμένη και άριστα παιγμένη βλέπεται ευχάριστα και άνετα και πείθει ότι όλα τα ζευγάρια, ό,τι ζευγάρια νάναι, αντιμετωπίζουν τα ίδιου τύπου προβλήματα και έχουν τα ίδια προβλήματα με τα παιδιά τους. Αδύνατον να μην θυμηθεί κανείς την αξέχαστη ατάκα του Γούντι Άλλεν "'εδώ τρέχουμε στους ψυχαναλυτές που είχαμε μια μάνα, φαντάσου νάχεις δύο".
Την καινούρια ταινία του Μάικ Λη την είδα έχοντας πλήρη άγνοια για το θέμα. Υπάρχουν κάποιοι σκηνοθέτες που μπορείς να πηγαίνεις και να βλέπεις τις ταινίες τους απροετοίμαστος και κυρίως σίγουρος ότι αποκλείεται να απογοητευτείς. Στη συνέχεια διάβασα κριτικές, μόνο καλές νομίζω και άκουσα κάποια αρνητικά σχόλια από φίλους που την είδαν. Ενδέχεται να προκαλεί λίγο το θέμα δεδομένου ότι δείχνει ένα ελαφρώς προχωρημένης ηλικίας ζευγάρι που έχει μια πολύχρονη ήρεμη σχέση και γίνεται χωρίς να το θέλει πόλος έλξης διαφόρων ατόμων του περιβάλλοντός τους που για διάφορους λόγους δεν ζουν μια ήρεμη και ισορροπημένη ζωή. Μπορεί να απατώμαι οικτρά όμως νομίζω ότι αυτό ήθελε να πει ο σκηνοθέτης. 'Οτι μόνο μέσα από μια ήρεμη σχέση μπορεί κανείς να έχει ισορροπία. Πώς όμως να το παραδεχτεί αυτό κάποιος όταν πηγαίνει να δει την ταινία και ταυτίζεται ας πούμε με την σαραντάρα αλκοολική συνάδελφο της κυρίας που ζαχαρώνει τον γιο του ζεύγους? Η ζωή τα έχει όλα αυτά και μπορεί κάποιος να βρίσκεται για περιόδους σε νορμάλ και μη νορμάλ καταστάσεις. 'Ομως το μήνυμα, μας αρέσει δεν μας αρέσει, είναι έγκυρο. Η νορμάλ ζωή και κυρίως η νορμάλ σχέση εξασφαλίζει ισορροπία. Δυστυχώς ούτε τα πάθη ούτε οι "ανορθογραφίες", όπως μεγάλες διαφορές ηλικίας, σχέσεις συμφέροντος κλπ. Εγώ τη συνιστώ την ταινία ως μάθημα νορμαλιτέ.
Στη φωτογραφία η Ρωξάνη δείχνει στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο άντρες που και την αγαπούν και τους αγαπά κι αυτή και τους δύο. Το πιο περίεργο ερωτικό τρίγωνο της θεατρικής δραματουργίας θα το βλέπουμε όπου και όποτε παίζεται κυρίως για να ακούμε το ασύγκριτο κείμενο, τα λόγια του μυταρόγκα Συρανό που εκτός από τη Ρωξάνη καταφέρνουν να συγκινούν και να καθηλώνουν σύσσωμο το εκάστοτε κοινό ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. 'Αλλη μια έξοχη παράσταση του Εθνικού που φέτος φαίνεται να βρήκε το ρυθμό του και εκπλήσσει με τις άρτιες παραστάσεις του.
Ανήμερα την Πρωτοχρονιά απολαύσαμε στο Εθνικό μας Θέατρο τη Φρεναπάτη με συμμετοχή έκπληξη στο κάστινγκ του αγέραστου Γιάννη Βογιατζή και της Εύας Κοταμανίδου σε συγκινητική συνύπαρξη με πληθώρα νέων πολύ ταλαντούχων ηθοποιών. Εκτός της άψογης παράστασης ιδιαιτέρως μας ευχαρίστησε η άριστη εκμετάλλευση των τεχνικών δυνατοτήτων της εκσυγχρονισμένης σκηνής στις οποίες μας είχε ευαισθητοποιήσει αριστοτεχνικά ο μέγας πλην άφαντος Δημήτρης Παπαϊωάννου. Στις αρχικές του παραστάσεις μας είχε λίγο απογοητεύσει το Εθνικό, φέτος όμως μας έδειξε ότι δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την Κομεντί Φρανσαίζ, ας πούμε. Γι'αυτό πήγαμε και την επόμενη μέρα και είδαμε τον Συρανό ντε Μπερζεράκ.